μέλιττα


μέλιττα
пчела

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "μέλιττα" в других словарях:

  • μέλιττα — μέλιττα, ἡ (Α) (αττ.τ.) βλ. μέλισσα …   Dictionary of Greek

  • μέλιττα — μέλισσα madhu lih fem nom/voc sg (attic) μέλιττα madhu lih fem nom/voc sg μέλισσα , μελίζω dismember aor ind act 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μέλιττα — Μέλισσα , Μέλισσα madhu lih fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελίττας — μελίττᾱς , μέλισσα madhu lih fem acc pl (attic) μελίττᾱς , μέλισσα madhu lih fem gen sg (attic doric aeolic) μελίττᾱς , μέλιττα madhu lih fem acc pl μελίττᾱς , μέλιττα madhu lih fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέλιττ' — μέλισσι , μέλι honey neut dat pl (epic) μέλιττα , μέλισσα madhu lih fem nom/voc sg (attic) μέλιτται , μέλισσα madhu lih fem nom/voc pl (attic) μέλιττα , μέλιττα madhu lih fem nom/voc sg μέλιτται , μέλιττα madhu lih fem nom/voc pl μέλιττε ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέλισσα — Κοινή ονομασία υμενοπτέρων εντόμων της υπεροικογένειας apοidea, στην οποία περιλαμβάνονται συνολικά 19 οικογένειες με 3.000 περίπου είδη. Όλες οι μ. στηρίζονται στη γύρη ως μοναδική πηγή πρωτεϊνών και στο νέκταρ ως πηγή ενέργειας. Για τον λόγο… …   Dictionary of Greek

  • SOPHOCLES — I. SOPHOCLES Poeta Tragicus, patriâ Atheniensis, tantâ orationis suavitate, ut vulgo μέλιττα, h. e. apis, item Siren Attica cognominaretur, aequalis Euripidis ac Periclis, cuius etiam quandoque collega fuit in praetura. Natus Olympiade 73. ante… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • μελίτταινα — και ποιητ. τ. μελίκταινα, ἡ (Α) το μελισσοβότανο. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέλιττα + κατάλ. αινα (πρβλ. μολύβδ αινα, φάλ αινα)] …   Dictionary of Greek

  • μελίτταιον — μελίτταιον, τὸ (Α) το μελισσοβότανο. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέλιττα + κατάλ. αιον] …   Dictionary of Greek

  • μελιττοπηχώ — μελιττοπηχῶ, έω (Α) φοβίζω τις μέλισσες χτυπώντας μεταλλικούς δίσκους, για να συγκεντρώσω το σμήνος. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για εσφ. γρφ. τού μελιττο πτηχῶ (< μέλιττα + πτήσσω «φοβίζω, πτοώ»)] …   Dictionary of Greek

  • μελιττώδης — μελιττώδης, ῶδες (Α) αυτός που είναι όμοιος με μέλισσα («ὅπερ καὶ φαίνονται ποιοῡσαι αἱ τε μυῑαι καὶ τὰ μελιττώδη τῶν ζῴων», Αριστοτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μέλιττα, αττ. τ. τού μέλισσα, + κατάλ. ώδης*] …   Dictionary of Greek